Προϋποθέσεις νόμιμης τοποθέτησης κάμερας στην είσοδο διαμερίσματος

Για το ζήτημα της τοποθέτησης κάμερας εξωτερικά της εισόδου διαμερισμάτων σε πολυκατοικίες, η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα διευκρινίζει, υπό μορφή χρήσιμων ερωταπαντήσεων, τα βασικότερα σημεία της Γνωμοδότησης 5/2017.

Βασικά σημεία – ερωταπαντήσεις σχετικά με τη Γνωμοδότηση 5/2017 της Αρχής

Mε αφορμή σημερινά δημοσιεύματα για το ζήτημα της τοποθέτησης κάμερας εξωτερικά της εισόδου διαμερισμάτων σε πολυκατοικίες, η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα διευκρινίζει, υπό μορφή χρήσιμων ερωταπαντήσεων, τα βασικότερα σημεία της Γνωμοδότησης 5/2017.

  1. Σε γενικές γραμμές, σημειώνεται ότι το ζήτημα της χρήσης συστημάτων βιντεοεπιτήρησης σε συγκροτήματα κατοικιών ή γραφείων (π.χ. πολυκατοικίες) για το σκοπό της προστασίας προσώπων και αγαθών ρυθμίζεται με το άρθρο 15 της Οδηγίας 1/2011 της Αρχής. Σε αυτές τις περιπτώσεις απαιτείται πρόβλεψη στον Κανονισμό της πολυκατοικίας ή απόφαση της Γενικής Συνέλευσης και ταυτόχρονα σύμφωνη γνώμη των 2/3 των ενοίκων. Η επιτήρηση πρέπει να περιορίζεται σε κοινόχρηστους χώρους (π.χ. είσοδος πολυκατοικίας) και όχι σε εισόδους διαμερισμάτων.
  2. Επισημαίνεται ότι η πρόσφατη γνωμοδότηση 5/2017 αφορά στο ειδικότερο ζήτημα της τοποθέτησης κάμερας στην είσοδο διαμερίσματος από τον ένοικο του διαμερίσματος.

1) Κατοικώ σε διαμέρισμα σε πολυκατοικία και θέλω να τοποθετήσω κάμερες για λόγους ασφαλείας. Σε ποια σημεία επιτρέπεται; Μπορώ να τοποθετήσω κάμερα που να επιβλέπει το χώρο μπροστά από την εξώπορτά μου;

Α) Μπορείτε να τοποθετήσετε κάμερες που λαμβάνουν εικόνα εντός του διαμερίσματός σας (χωρίς ωστόσο, σε καμία περίπτωση να λαμβάνουν εικόνα εκτός του ιδιωτικού σας χώρου – π.χ. μία κάμερα στο μπαλκόνι που λαμβάνει εικόνα από δημόσιο δρόμο δεν επιτρέπεται).

Β) Μπορείτε να τοποθετήσετε κάμερα που να επιβλέπει τον απολύτως απαραίτητο χώρο της εισόδου σας (π.χ. για να βλέπετε ποιος σας χτυπάει το κουδούνι), χωρίς να γίνεται καταγραφή εικόνας ή ήχου.

Γ) Μπορείτε να τοποθετήσετε κάμερα με καταγραφή εικόνας (σε καμία περίπτωση ήχου) και να θεωρείται ως οικιακή χρήση (οπότε, όπως και στην περίπτωση Β, δεν θα εμπίπτει στη νομοθεσία για τα προσωπικά δεδομένα), όταν είναι τεχνικά εφικτός ο περιορισμός του πεδίου εμβέλειας της κάμερας στον απολύτως απαραίτητο χώρο μπροστά από τη θύρα εισόδου του διαμερίσματός σας, χωρίς να επηρεάζονται σε καμία περίπτωση άλλα διαμερίσματα. Στην περίπτωση αυτή: Γ1) δεν πρέπει να λαμβάνεται εικόνα από λοιπούς κοινόχρηστους χώρους και Γ2) ανάλογα με τη χωροθέτηση των εισόδων των διαμερισμάτων του ορόφου και του ανελκυστήρα, δεν πρέπει να επηρεάζεται (να επιτηρείται, έστω και παρεμπιπτόντως) η είσοδος σε άλλα διαμερίσματα ή η διέλευση προς αυτά.

Στις παραπάνω τρεις περιπτώσεις (Α, Β και Γ) η χρήση των καμερών θεωρείται ως οικιακή και δεν εμπίπτει στη νομοθεσία για τα προσωπικά δεδομένα.

2. Η χωροθέτηση των θυρών των διαμερισμάτων στον όροφο που κατοικώ είναι τέτοια, που κάποιοι ένοικοι ενδέχεται να διέρχονται μπροστά από τη θύρα του διαμερίσματός μου. Πώς μπορώ να τοποθετήσω κάμερα με καταγραφή εικόνας για τον έλεγχο της εισόδου μου;

  • Στην περίπτωση αυτή, υπάρχουν αυστηρές προϋποθέσεις. Ειδικότερα, θα πρέπει, πριν προχωρήσετε σε εγκατάσταση κάμερας, να λάβετε τη συναίνεση των ενοίκων του ορόφου που διαμένουν στα επηρεαζόμενα διαμερίσματα, αφού τους παρέχετε κάθε σχετική πληροφορία για το πώς προτίθεστε να λειτουργήσετε την κάμερα. Ως επηρεαζόμενα, θεωρούνται κατ’ αρχήν, τα διαμερίσματα που βρίσκονται στον ίδιο όροφο με το δικό σας, εκτός από αυτά στα οποία η προσέλευση, λόγω της χωροθέτησης των θυρών τους, δεν προϋποθέτει διέλευση από τον επιτηρούμενο χώρο της εισόδου του διαμερίσματος σας.
  • Όταν δεν μπορεί να επιτευχθεί ομοφωνία, θα πρέπει να ακολουθείται, εν μέρει, η διαδικασία του άρ. 15 παρ. 1 της Οδηγίας 1/2011, δηλαδή να υφίσταται προηγούμενη σύμφωνη γνώμη των 2/3 των ενοίκων των επηρεαζόμενων διαμερισμάτων του ορόφου.
  • Στην ανωτέρω περίπτωση, θεωρείστε «υπεύθυνος επεξεργασίας» για την εγκατάσταση της κάμερας και, επομένως, έχετε όλες τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το ν. 2472/1997 και την οδηγία 1/2011, όπως υποβολή γνωστοποίησης στην Αρχή, ικανοποίηση των δικαιωμάτων ενημέρωσης, πρόσβασης και αντίρρησης των υποκειμένων και τήρησης του απορρήτου και της ασφάλειας της επεξεργασίας.

3. Τι μπορώ να κάνω όταν διαπιστώνω ή υποπτεύομαι παραβίαση της νομοθεσίας;

Χρειάζεται να απευθύνετε τα ερωτήματά σας ή/και τις αντιρρήσεις σας, κατ’ αρχήν προς αυτόν/αυτήν για λογαριασμό του οποίου/της οποίας έχει εγκατασταθεί και λειτουργεί το σύστημα βιντεοεπιτήρησης. Εάν έχετε ασκήσει τα δικαιώματά σας στον «υπεύθυνο επεξεργασίας», μπορείτε να υποβάλλετε καταγγελία στην Αρχή. Επισημαίνεται ότι η Αρχή δεν έχει αρμοδιότητα για τη λειτουργία συστήματος βιντεοεπιτήρησης για οικιακή χρήση (βλ. άρθρο 3 Οδηγίας 1/2011).

Η Γνωμοδότηση 5/2017

Σύµφωνα µε το άρθρο 2 στοιχ. α΄ του ν. 2472/1997 και τις αιτιολογικές σκέψεις 14-16 στο προοίµιο της Οδηγίας 95/46/ΕΚ, τα δεδοµένα ήχου και εικόνας, εφόσον αναφέρονται σε πρόσωπα, συνιστούν δεδοµένα προσωπικού χαρακτήρα.

Όταν η επεξεργασία εικόνας πραγµατοποιείται στο πλαίσιο άσκησης δραστηριοτήτων αποκλειστικά προσωπικών ή οικιακών, τότε εκφεύγει του πεδίου εφαρµογής του ν. 2472/1997 (βλ. άρθρο 3 παρ. 2 στοιχ. α΄ του ν. 2472/1997). Ως αποκλειστικά προσωπική ή οικιακή δραστηριότητα νοείται εκείνη που αναφέρεται στο ιδιωτικό πεδίο δράσης ενός προσώπου ή μιας οικογένειας, δηλαδή εκείνη που δεν εµπίπτει στην επαγγελµατική ή/και εµπορική του δραστηριότητα και δεν έχει ως σκοπό ή ως αποτέλεσµα τη διαβίβαση ή τη διάδοση δεδοµένων σε τρίτους (βλ. και Οδηγία 1/2011 της Αρχής, άρθρο 3)1. Ειδικότερα, εφόσον το πεδίο ελέγχου των καµερών συστήµατος βιντεοεπιτήρησης εγκατεστηµένου σε ιδιωτική οικία περιλαµβάνει χώρους µόνο ιδιωτικούς, τότε η εν λόγω επεξεργασία θεωρείται οικιακή δραστηριότητα. Η Αρχή, στο άρθρο 3, παρ. 2, εδ. β) της προαναφερθείσας οδηγίας εξειδικεύει περαιτέρω την εν λόγω εξαίρεση, προσδιορίζοντας ότι δεν θεωρείται αποκλειστικά προσωπική ή οικιακή δραστηριότητα η λήψη και επεξεργασία εικόνας ή και ήχου µε σύστηµα βιντεοεπιτήρησης που είναι εγκατεστηµένο σε ιδιωτική οικία, όταν το πεδίο ελέγχου της κάµερας περιλαµβάνει εξωτερικούς δηµόσιους ή κοινόχρηστους χώρους.

Στις υπό εξέταση περιπτώσεις, ο σκοπός επεξεργασίας που επιδιώκεται µε την εγκατάσταση κάµερας στο χώρο εισόδου ενός διαµερίσµατος περιορίζεται αποκλειστικά και µόνο στην προστασία των προσώπων που διαµένουν ή εργάζονται σε αυτό καθώς και των αγαθών των ενοίκων του διαµερίσµατος. Είναι δε αναγκαίο, στο πλαίσιο του ως άνω σκοπού για τον έλεγχο των προσώπων που προτίθενται να εισέλθουν ή πλησιάζουν στο διαµέρισµα, να λαµβάνεται εικόνα του απολύτως απαραίτητου χώρου έµπροσθεν της θύρας εισόδου. Πρέπει όµως, κατ’ αρχάς, να εξετασθεί το πεδίο εφαρµογής της νοµοθεσίας για την προστασία των δεδοµένων προσωπικού χαρακτήρα.

Σε περίπτωση εγκατάστασης κάµερας στο χώρο εισόδου ενός διαµερίσµατος που χρησιµοποιείται αποκλειστικά ως κατοικία, όταν η λαµβανόµενη εικόνα δεν καταγράφεται µε κανένα τρόπο, η δραστηριότητα (περίπτωση α’), αν και υφίσταται ηλεκτρονική επεξεργασία σήµατος εικόνας, δεν διαφοροποιείται ουσιωδώς από την επόπτευση του χώρου µέσω του οπτικού φακού που τοποθετείται στο «µατάκι της θύρας». Συνεπώς, η ενέργεια αυτή εµπίπτει στο πλαίσιο της άσκησης δραστηριοτήτων αποκλειστικά προσωπικών ή οικιακών από φυσικό πρόσωπο (και συνεπώς δεν έχει εφαρµογή ο ν. 2472/1997).

Σε περίπτωση που πραγµατοποιείται καταγραφή δεδοµένων εικόνας από το χώρο εισόδου ενός διαµερίσµατος που χρησιµοποιείται αποκλειστικά ως κατοικία, αλλά είναι τεχνικά εφικτός ο περιορισµός του πεδίου εµβέλειας της κάµερας στον απολύτως απαραίτητο χώρο µπροστά από τη θύρα εισόδου του διαµερίσµατος, ώστε να επιτηρείται αποκλειστικά και µόνο η θύρα αυτή και ο εκάστοτε ευρισκόµενος µπροστά της, χωρίς να λαµβάνεται εικόνα από λοιπούς κοινόχρηστους χώρους, όπως σκάλα ή θύρα ανελκυστήρα ούτε από θύρες ή χώρο εισόδου γειτονικών διαµερισµάτων (προς κάθε κατεύθυνση) και ανάλογα µε την εκάστοτε χωροθέτηση των εισόδων των διαµερισµάτων του ορόφου και του ανελκυστήρα, η ενέργεια αυτή (περίπτωση β΄) εµπίπτει στο πλαίσιο της άσκησης δραστηριοτήτων αποκλειστικά προσωπικών ή οικιακών από φυσικό πρόσωπο. Και αυτό διότι, ο απολύτως απαραίτητος χώρος µπροστά από την είσοδο του διαµερίσµατος, παρότι ανήκει, κατά κανόνα, στους κοινόχρηστους χώρους του συγκροτήµατος, αποτελεί σηµείο εισόδου στον ιδιωτικό χώρο του διαµερίσµατος και ως εκ τούτου η χρήση του πρέπει να εξετάζεται υπό το πρίσµα της άρρηκτης σχέσης του µε την οικιακή δραστηριότητα. Συνεπώς, η επιτήρηση του χώρου αυτού, που δεν είναι δηµόσιος, αλλά κοινόχρηστος περιορισµένης πρόσβασης, δεν εξέρχεται από την ιδιωτική σφαίρα του προσώπου που τοποθετεί την εν λόγω κάµερα.

Στις λοιπές περιπτώσεις, οπότε και εφαρµόζεται η νοµοθεσία για την προστασία των δεδοµένων προσωπικού χαρακτήρα, είναι αναγκαίο να ορισθούν τα κριτήρια µε βάση τα οποία ο ένοικος του διαµερίσµατος (που κατά κανόνα αποτελεί τον υπεύθυνο επεξεργασίας), είτε είναι φυσικό πρόσωπο, ανεξαρτήτως αν το διαµέρισµα χρησιµοποιείται ως κατοικία ή ως επαγγελµατικός χώρος, είτε νοµικό πρόσωπο, µπορεί να αποφασίσει σχετικά µε τη νοµιµότητα εγκατάστασης κάµερας στην είσοδο ενός διαµερίσµατος, µε βάση την αρχή της αναλογικότητας και τη διάταξη του αρ. 5 παρ. 2 ε’ του ν. 2472/1997.

Το έννοµο συµφέρον του υπεύθυνου επεξεργασίας έγκειται στην επιδίωξή του να προστατεύσει τα πρόσωπα και αγαθά του διαµερίσµατός του. Το έννοµο αυτό συµφέρον είναι εντονότερο αν υπάρχει αυξηµένη πιθανότητα να συµβεί κάποιο περιστατικό κατά των εν λόγω προσώπων και αγαθών, όπως όταν έχουν συµβεί προηγούµενα περιστατικά ή υπάρχουν στοιχεία (π.χ. της αστυνοµίας) από τα οποία να προκύπτει αυξηµένη πιθανότητα να συµβούν τέτοια περιστατικά, είτε στο συγκεκριµένο συγκρότηµα κατοικιών, είτε στην περιοχή του συγκροτήµατος, είτε, σε περίπτωση επαγγελµατική χώρου, λόγω της φύσης της στεγαζόµενης επιχείρησης.

Αντιστοίχως, πρέπει να εξεταστούν τα δικαιώµατα και συµφέροντα των προσώπων στα οποία αναφέρονται τα δεδοµένα και αν θίγονται θεµελιώδεις ελευθερίες αυτών. Τα υποκείµενα των δεδοµένων είναι, κατά κανόνα, οι κάτοικοι και εργαζόµενοι του συγκεκριµένου χώρου και οι επισκέπτες των χώρων αυτών, οι οποίοι περιστασιακά µπορεί να βρεθούν εκεί. Όσον αφορά την τελευταία κατηγορία, των προσώπων, δηλαδή, που µπορεί να βρεθούν περιστασιακά στον επιτηρούµενο χώρο, η προσβολή των δικαιωµάτων τους είναι επίσης περιστασιακή και για την προστασία τους είναι επαρκείς οι ειδικές προϋποθέσεις για τη νοµιµότητα της χρήσης ενός συστήµατος βιντεοεπιτήρησης οι οποίες καθορίζονται στην οδηγία 1/2011 της Αρχής. Αντίθετα, τα πρόσωπα που κατά κανόνα ζουν ή εργάζονται στον όροφο αυτό µεγάλο χρονικό διάστηµα, µπορεί ευλόγως να θεωρήσουν ότι µε την εγκατάσταση µιας κάµερας σε κοντινή απόσταση από την είσοδο του διαµερίσµατός τους προσβάλλεται άµεσα το δικαίωµά τους στην προστασία των προσωπικών τους δεδοµένων, ενδεχοµένως δε και στην ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας τους, καθώς ενδέχεται να παρακολουθείται η είσοδος και η έξοδος από το χώρο τους. Πρέπει, λοιπόν, να υπάρξει στάθµιση µεταξύ της προσβολής αυτής και του έννοµου συµφέροντος που επιδιώκει ο ένοικος του διαµερίσµατος που εγκαθιστά την κάµερα.

Σε περίπτωση που ο υπεύθυνος επεξεργασίας προβαίνει σε επιτήρηση του χώρου εισόδου διαµερίσµατος που χρησιµοποιείται ως επαγγελµατικός χώρος µε τον τρόπο που περιγράφεται στις σκέψεις 8 και 9 τους παρούσας (περίπτωση α’: σύστηµα χωρίς καταγραφή, περίπτωση β’: σύστηµα µε καταγραφή υπό την προϋπόθεση του περιορισµού της εµβέλειας αποκλειστικά στον απολύτως απαραίτητο χώρο έµπροσθεν της θύρας και ανάλογα µε την εκάστοτε χωροθέτηση των εισόδων των διαµερισµάτων του ορόφου ή του ανελκυστήρα), τότε η επεξεργασία θεωρείται ότι δεν παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας. Και τούτο διότι η βαρύτητα της προσβολής στην περίπτωση α’ µετριάζεται σαφώς, καθώς ο έλεγχος της εισόδου γίνεται σε πραγµατικό χρόνο, χωρίς να πραγµατοποιείται ουδεµία καταγραφή των δεδοµένων εικόνας των υποκειµένων. Στη δε περίπτωση β’ ο υπεύθυνος επεξεργασίας περιορίζει την επιτήρηση στον απολύτως απαραίτητο χώρο για την είσοδο στο διαµέρισµά του, χωρίς να υφίσταται άµεση και ιδιαίτερη προσβολή των δικαιωµάτων τρίτων προσώπων (και αυτών που κατοικούν ή εργάζονται στον ίδιο όροφο).

Εάν, ωστόσο, πραγµατοποιείται καταγραφή των δεδοµένων εικόνας και η εµβέλεια της κάµερας, για τεχνικούς λόγους ιδίως λόγω της χωροθέτησης των εισόδων των διαµερισµάτων και του ανελκυστήρα του ορόφου, δεν µπορεί να περιοριστεί στον απολύτως απαραίτητο χώρο µπροστά από την είσοδο του διαµερίσµατος, ανεξαρτήτως αν το διαµέρισµα χρησιµοποιείται ως κατοικία ή επαγγελµατικός χώρος, η επεξεργασία επιτρέπεται εφόσον πληρούνται τα ακόλουθα κριτήρια.

  • Συγκεκριµένα, η τοποθέτηση της κάµερας επιτρέπεται µε την προηγούµενη σύµφωνη γνώµη των ενοίκων του ορόφου που διαµένουν στα επηρεαζόµενα από την εγκατάσταση της κάµερας διαµερίσµατα και των οποίων οι θύρες ή ο χώρος εισόδου σε αυτά βρίσκονται στην εµβέλεια της κάµερας (περίπτωση γ’). Προς το σκοπό αυτό, ο ένοικος που εγκαθιστά την κάµερα, οφείλει, ως υπεύθυνος επεξεργασίας, να µεριµνήσει να λάβει τη συναίνεση των ενοίκων των επηρεαζόµενων διαµερισµάτων, παρέχοντας σε αυτούς, εκ των προτέρων, κάθε πληροφορία σχετικά µε το σύστηµα βιντεοεπιτήρησης (βλ. αρ. 12 οδηγίας 1/2011), συµπεριλαµβανοµένης της ακριβούς εµβέλειας της κάµερας.
  • Σε περίπτωση που δεν µπορεί να επιτευχθεί οµοφωνία, θα πρέπει να ακολουθείται, εν µέρει, η διαδικασία του αρ. 15 παρ. 1 της οδηγίας 1/2011, δηλαδή να υφίσταται προηγούµενη σύµφωνη γνώµη των 2/3 των ενοίκων των επηρεαζόµενων διαµερισµάτων του ορόφου. Για τη διαµόρφωση της σύµφωνης γνώµης λαµβάνεται υπόψη µια ψήφος ανά κατοικηµένο (ή χρησιµοποιούµενο) επηρεαζόµενο διαµέρισµα.
  • Ως επηρεαζόµενα θεωρούνται κατ’ αρχήν τα διαµερίσµατα που βρίσκονται στον ίδιο όροφο µε αυτό του υπεύθυνου επεξεργασίας, εκτός εκείνων στα οποία η προσέλευση, εκ της χωροθέτησης των θυρών τους, δεν προϋποθέτει διέλευση από τον επιτηρούµενο χώρο της εισόδου του διαµερίσµατος του υπεύθυνου επεξεργασίας.

Τέλος, τονίζεται ότι ο ένοικος του διαµερίσµατος που αποτελεί υπεύθυνο επεξεργασίας υπέχει όλες τις υποχρεώσεις του ν.2472/1997 και της οδηγίας 1/2011. Επίσης, επισηµαίνεται ότι οποιαδήποτε διαβίβαση δεδοµένων εικόνας προερχόµενων από σύστηµα βιντεοεπιτήρησης σε τρίτους (εκτός διωκτικών αρχών ή δικαστηρίων) καθιστά τη χρήση µη οικιακή, άνευ ετέρου. Για παράδειγµα ανάρτηση βίντεο σε ιστοσελίδα ή ακόµα και η επίδειξή του σε τρίτα πρόσωπα, καθιστά ένα φυσικό πρόσωπο υπεύθυνο επεξεργασίας. Τέτοια διαβίβαση κατά κανόνα δεν επιτρέπεται µε την εξαίρεση των περιπτώσεων που τυγχάνει εφαρµογής το άρθρο 9 της οδηγίας 1/2011 της Αρχής.

Τέλος, δεν επιτρέπεται σε καµία περίπτωση λήψη ή καταγραφή δεδοµένων ήχου, ενέργεια η οποία εξ ορισµού θεωρείται ως επεξεργασία δεδοµένων προσωπικού χαρακτήρα.

Δείτε αναλυτικά το κείμενο της γνωμοδότησης 5/2017 της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα

Πηγή 

 
 

Η επίδραση του COVID-19 στην εγκληματικότητα

Η σκιαγράφηση των επιπτώσεων της υγειονομικής κρίσης λόγω της πανδημίας COVID-19 στην εγκληματικότητα και την ασφάλεια, βασίζεται σε συγκεκριμένους παράγοντες και εξελίξεις που καταγράφονται όλους αυτούς τους μήνες. 

Στις Ποινικές Επιστήμες το κέντρο βάρους έχει μετατοπιστεί στο έγκλημα και το πώς η παραβατική συμπεριφορά αντιμετωπίζεται ως νομικό πρόβλημα. Συγκεκριμένα, η επιστήμη της Εγκληματολογίας αξιολογεί με τις μελέτες της και την επίδραση των καθημερινών συνθηκών στην αιτιολόγηση του εγκλήματος. Αδιαμφισβήτητα οι αιτιολογικοί παράγοντες για την αύξηση της εγκληματικότητας είναι περισσότεροι του ενός και προφανώς δεν αναλίσκονται στην «εύκολη» προσφυγή στη μαστίζουσα υγειονομική κρίση λόγω της εξάπλωσης του COVID-19 , που προσφέρεται στο τρέχον χρονικό διάστημα για απλουστευμένες αιτιολογήσεις.
H καθημερινότητα, όμως, συνηγορεί στο γεγονός ότι οι επιπτώσεις του κορωνοϊού δεν άφησαν ανεπηρέαστη την εγκληματικότητα, η ποσοτική και ποιοτική μετεξέλιξη της οποίας είναι ενδεικτική της γενικότερης επιδείνωσής της, ενώ επιπροσθέτως σημειώνονται αρνητικές επιπτώσεις και στον τομέα της ασφάλειας.

Και μολονότι εκ προοιμίου, εύλογα θα μπορούσε κανείς να αντιτάξει πως δεν είναι επαληθεύσιμη μία άμεση σύνδεση μεταξύ κοινωνικών φαινομένων και μεμονωμένων ανθρώπινων συμπεριφορών, το διαμορφωμένο λόγω COVID-19 περιβάλλον ενισχύει την ήδη διαμορφωθείσα εγκληματικότητα, με απότοκο και την αύξηση ανασφαλειών του πολίτη. Ήδη, η διεθνής βιβλιογραφία προκειμένου να εξηγήσει ad hoc και in concreto την αύξηση της εγκληματικότητας, εστιάζει και στον ρόλο που διαδραματίζουν κάθε φορά κοινωνικοίοικονομικοί και υγειονομικοί παράγοντες. Για τις επιπτώσεις των εκάστοτε υγειονομικών και κοινωνικο-οικονομικών κρίσεων στην υγεία, η βιβλιογραφία έχει να δώσει αρκετό υλικό προς μελέτη. Όταν κανείς όμως ερευνά, τις επιπτώσεις των ίδιων παραγόντων στην εγκληματικότητα, τα αποτελέσματα είναι επιεικώς πενιχρά. Στο παρόν γίνεται προσπάθεια σκιαγράφησης των επιπτώσεων της υγειονομικής κρίσης λόγω της πανδημίας COVID-19 στην εγκληματικότητα.

Η εγκληματικότητα κατά την περίοδο του lockdown επηρεάστηκε από την υποχρεωτικότητα παραμονής στο σπίτι και την κατ’ εξαίρεση μετακίνηση των πολιτών, από στρεσογόνες καταστάσεις που επιβλήθηκαν λόγω των αυξημένων επιπέδων φόβου και stress, την άκρατη προσκόλληση στο Internet, την ανάγκη για διαδικτυακές πληρωμές και συναλλαγές, την αδυναμία κάλυψης πρώτων αναγκών, τις απώλειες θέσεων εργασίας, την ανεργία και την επικείμενη παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση . Σε αυτή ακριβώς την κρίση και την κατάσταση αβεβαιότητας η εγκληματικότητα κέρδισε έδαφος. Ανάλογα με το κάθε τομέα εγκληματικότητας παρατηρούνται οι ακόλουθες εξελίξεις.

Ι. Ηλεκτρονικό Έγκλημα

Το φαινόμενο της κυβερνοεγκληµατικότητας κάθε άλλο παρά στο τέλος του βρίσκεται. Το κίνητρο των εισβολών του δικτύου είναι η παράνομη απόκτηση δεδομένων, για διάφορους σκοπούς, συμπεριλαμβανομένης της απάτης ηλεκτρονικού “ψαρέματος” ή πληρωμής. Οι επιθέσεις DDoS συνεχίζουν να αυξάνονται. Η διαδικτυακή σεξουαλική εκμετάλλευση παιδιών εξακολουθεί να αποτελεί ανησυχητική πτυχή του εγκλήματος. Η διάσταση που έχει προσλάβει η διαδικτυακή προσβολή της ανηλικότητας μεσούσης της πανδημίας του κορωνοϊού πιστοποιείται και από τα επίσημα πορίσματα της Europol. Ο παγκόσμιος αντίκτυπος του COVID-19 σημαίνει ότι οι άνθρωποι δαπανούν περισσότερο χρόνο στο διαδίκτυο. Το γεγονός ότι οι ενήλικες εργάζονται εξ αποστάσεως «επιτρέπει» στα παιδιά μεγαλύτερη πρόσβαση χωρίς επιτήρηση στο Διαδίκτυο. Συνεπώς, τα παιδιά είναι περισσότερο εκτεθειμένα στους διαδικτυακούς σεξουαλικούς παραβάτες.

ΙΙ. Εγκλήματα κατά της Ιδιοκτησίας και της Περιουσίας

Σε εφαρμογή των μέτρων για τον περιορισμό της διάδοσης του COVID-19 πολλά καταστήματα και γραφεία παραμένουν κλειστά είτε λόγω αναγκαστικού κλεισίματος, είτε λόγω τηλεργασίας. Η δημιουργηθείσα αυτή κατάσταση, μετατοπίζει το εγκληματικό ενδιαφέρον των εγκληματιών που δραστηριοποιούνταν σε κλοπές και διαρρήξεις στις νέες καταστάσεις. Επιπροσθέτως, σύμφωνα με την Interpol η ανάγκη των ανθρώπων για αγορά ορισμένων ειδών υγειονομικής περίθαλψης δημιούργησε γόνιμο έδαφος για την ανάδειξη εγκληματιών . Οι υπαίτιοι εκμεταλλευόμενοι την ανάγκη των ανθρώπων με απατηλές συμπεριφορές διαβεβαιώνουν ψευδώς την άμεση πώληση προϊόντων εισπράττοντας προκαταβολικά χρήματα και μη παραδίδοντας τα ποτέ στον τελικό αγοραστή τους. Φαινόμενα δε φοροδιαφυγής βρίσκονται σε έξαρση στο προσεχές διάστημα. Ύστερα, λόγω περιορισμού των ατόμων στο σπίτι έχει σημειωθεί έξαρση εξαπάτησης βιντεοπαιχνιδιών ή πλατφορμών ψυχαγωγίας. Τέλος, η πανδημία έχει δώσει την ευκαιρία στους εγκληματίες να παραπλανούν προς όφελός τους καθώς εκμεταλλεύονται την υψηλή ζήτηση για εξοπλισμό ατομικής προστασίας. Η INTERPOLστην προσπάθειά της για εξάλειψη εγκληματικών φαινομένων εστιάζει την προσοχή της προς το καταναλωτικό κοινό. «Καθώς τα νόμιμα εμβόλια πλησιάζουν περισσότερο στην παράδοση, η στόχευση των εγκαταστάσεων αποθήκευσης και των δικτύων διανομής από εγκληματικά δίκτυα μπορεί επίσης να αναμένεται και οι ενημερωμένες οδηγίες υπογραμμίζουν την ανάγκη ασφαλούς αποθήκευσης και παράδοσης προμηθειών» αναφέρει χαρακτηριστικά.

ΙΙΙ. Ενδοοικογενειακή και Έμφυλη Βία

Οι κλήσεις στη γραμμή SOS 15900 σημείωσαν αύξηση, σύμφωνα με τα στοιχεία που έδωσε στη δημοσιότητα η Γενική Γραμματεία Οικογενειακής Πολιτικής και Ισότητας των Φύλων. Καταφάσκεται ότι περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας εις βάρος ευάλωτων ομάδων δεν είναι ένα νέο κοινωνικό φαινόμενο, φρονούμε, όμως, ότι η αυξητική τάση που παρουσιάστηκε μέσω πανδημίας, στοιχειοθετούντων των ειδικών υποστάσεων των αδικημάτων των άρθρων 330παρ2ΠΚ, 333παρ2 ΠΚ, 312ΠΚ και του Ν.3500/2006, αποτελεί μια άμεση συνέπεια των συνθηκών του εγκλεισμού και της επιβεβλημένης λόγω των υγειονομικών μέτρων παραμονής στον ίδιο χώρο θύτη-θύματος, μια πραγματικότητα από την οποία απορρέει μια συστηματική ευκαιρία διάπραξης έμφυλης-ενδοοικογενειακής βίας.

ΙV. Εγκληματικότητα στους τομείς της Υγείας

Αναφορικά με την ποινική διάσταση της πρόληψης μετάδοσης COVID-19 βρίσκει εφαρμογής η νέα διάταξη του ΠΚ, μετά την τροποποίηση με τον Ν. 4619/2019, του άρθρου 285ΠΚ, η οποία επισύρει ποινικές κυρώσεις εναντίον όσων παραβιάζουν τα μέτρα που νομίμως έχουν διαταχθεί προκειμένου να αποτραπεί η διάδοση της νόσου προσβάλλοντας, με τη συμπεριφορά τους, θεμελιώδη προστατευόμενα έννομα αγαθά (ζωής, σωματικής υγείας κ.λπ.) ή θέτοντας αυτά σε κίνδυνο. Σύμφωνα με την Αιτιολογική Έκθεση ως προς το άρθρο 285ΠΚ στην παραβίαση µέτρων για την πρόληψη ασθενειών έχουν ενοποιηθεί τα εγκλήματα των προγενέστερων άρθρων 283 και 284 ΠΚ, και έτσι η παραβίαση µέτρων για την αποτροπή της εισβολής ή της διάδοσης µιας μεταδοτικής ασθένειας αντιμετωπίζεται από την ίδια διάταξη αλλά µε διαφορετικές, βέβαια, ποινές. Ήδη, στις εισαγγελίες της χώρας έχουν σχηματισθεί πλείονες δικογραφίες κυρίως πλημμεληματικού, αλλά και κακουργηματικού χαρακτήρα για παραβίαση του άρθρου 285 Π.Κ, ενώ συνάμα Οι αρμόδιες ελεγκτικές υπηρεσίες διενεργώντας τακτικούς ελέγχους έχουν καταγράψει πλείστες περιπτώσεις παράβασης των μέτρων επιδημιολογικού συναγερμού.

  1. Παραβίαση της Νομοθεσίας για τα Ναρκωτικά

Η πανδημία COVID-19 δεν άφησε ανεπηρέαστες της εξελίξεις στον χώρο των εξαρτήσεων. Σύμφωνα με πορίσματα του ΚΕΘΕΑ οι ψυχοπιεστικές καταστάσεις του lockdown, αύξησαν τα επίπεδα άγχους και κατάθλιψης και με τον τρόπο αυτό ενίσχυσαν την καταφυγή σε παράνομες ουσίες ως μια μορφή «αυτοθεραπείας». Παρατηρείται, έτσι σε παγκόσμια κλίμακα αύξηση της πώλησης ναρκωτικών ουσιών μέσω διαδικτύου ή μέσα από το DarkWeb, λόγω των περιορισμών κυκλοφορίας που έχουν τύχει εφαρμογής σε διάφορες χώρες, κυρίως λόγω των καταστάσεων φόβου και αβεβαιότητας που συνυφαίνονται με την πανδημία. Σημειώνεται έτσι αύξηση των τιμών ορισμένων ναρκωτικών μέσω της παράνομης διανομής τους. Αυτό με τη σειρά του οδηγεί σε αύξηση της “μικροεγκληματικότητας”, με υπαίτιους εκείνους που θα επιδιώκουν να εξασφαλίσουν περισσότερους χρηματικούς πόρους από όσα χρειαζόντουσαν προηγουμένως.

Καταληκτικές Παρατηρήσεις

Κατά τη διάρκεια αυτής της υγειονομικής κρίσης, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις βρίσκονται σε σφοδρό αγώνα για την πάταξη της παγκόσμιας εξάπλωσης της πανδημίας, με τη θέσπιση διαφόρων μέτρων για την υποστήριξη των συστημάτων της δημόσιας υγείας, την προστασία της οικονομίας και τη διασφάλιση της δημόσιας τάξης και ασφάλειας. Όμως, τα εν λόγω μέτρα ασφαλείας επέφεραν επιπτώσεις στην εγκληματικότητα και κατ’ επέκταση τη διαχείριση των θεμάτων της ασφάλειας σε όλες τις εκφάνσεις της.

Οι συνθήκες που διανύουμε το προσεχές χρονικό διάστημα είναι αβέβαιες. Αβεβαιότητα υπάρχει κι όσον αφορά το χρονικό διάστημα της εφαρμογής των περιοριστικών μέτρων και του lockdown που επικρατεί. Οι αλλαγές στην κοινωνική καθημερινότητα που επέφερε η πανδημία και η αντίστοιχη λήψη σταδιακά όλο και περισσότερων περιοριστικών μέτρων για την εξάλειψή της, επέφεραν απειλές. Κάποιες απαντώνται πρώτη φορά, κάποιες συνίστανται σε μετεξέλιξη ήδη υπαρχουσών. Έτσι, αβεβαιότητα υπάρχει ως προς τη φύση των εγκληματικών κινδύνων, καθώς αυτές ολοένα διευρύνονται και νέες αποκαλύπτονται. Η ενδεχόμενη υποτίμηση της συμβολής και άλλων παραγόντων στην εγκληματικότητα είναι βέβαιο πως θα οδηγήσει στην εξαγωγή λανθασμένων συμπερασμάτων. Το πρόβλημα της εγκληματικότητας σίγουρα δεν είναι μονοδιάστατο. Δε μπορεί, όμως, να παρορά κανείς πως οι δυσμενείς υγειονομικές συνθήκες που διανύουμε έχουν επηρεάσει τους δείκτες εγκληματικότητας που καταγράφονται το προσεχές χρονικό διάστημα. Σημειώνεται πως για την αντιμετώπιση της εγκληματικότητας στη δημιουργία της οποίας επιδρά η τρέχουσα πανδημία, θα πρέπει να συνεργαστούν σε προληπτικό και κατασταλτικό επίπεδο διάφοροι φορείς. Δεν είναι εύκολο εγχείρημα. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, πρέπει πρωτίστως να ενισχυθεί η συνεργασία με τον ιδιωτικό τομέα για την ενίσχυση της ασφάλειας των πολιτών σε όλες της εκφάνσεις της, ήτοι στο κοινωνικό, οικογενειακό και διαδικτυακό περιβάλλον δραστηριοποίησης.

 

Πηγή: Security Manager